Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Αναζητώντας την ασφάλεια εγκαταλείπουμε την ελευθερία;

Αναζητώντας την ασφάλεια, εγκαταλείπομε την ελευθερία;

του Παπαγιάννη Δονάτου
Καθηγητή στο Πάντειο Παν/μιο


Περίπου στα ψιλά των εφημερίδων και σχεδόν ασχολίαστο φαίνεται πως πέρασε η υπογραφή της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας για την μεταξύ τους συνεργασία σε θέματα ανταλλαγής πληροφοριών και κατάργησης των θεωρήσεων εισόδου.
Η προβληματική που αναδύουν οι συγκεκριμένες συμφωνίες δεν περιορίζεται στην ελληνική πραγματικότητα, και δεν έχει ελληνική προέλευση. Η σχετική συζήτηση είχε ως αφετηρία τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Στο όνομα της δίωξης του διασυνοριακού εγκλήματος συν – αποφασίσαμε τη δημιουργία τραπεζών πληροφοριών, την καταχώριση υπόπτων σ’ αυτές, την on line πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες από τις διάφορες εθνικές διωκτικές αρχές, … Ουρά όλων αυτών των επιλογών αποτελεί και η ελληνοαμερικανική συμφωνία, η οποία όμως συνάπτεται με ακόμα πιο επαχθέστερους όρους για την ελληνική πλευρά.
Η όλη δυναμική που αναπτύσσεται αγγίζει κρίσιμα ερωτήματα για τον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό. Μέχρι που μπορεί να φτάσει το κράτος για να εγγυηθεί την ασφάλεια των πολιτών του; Πόση ποσότητα ελευθερίας είναι οι σημερινοί πολίτες έτοιμοι να εκχωρήσουν για να απολαύσουν την ασφάλειά τους; Ισχύει το ρηθέν ότι λαός που θυσιάζει την ελευθερία του για χάρη της ασφάλειάς του, δεν αξίζει ούτε το ένα ούτε το άλλο;
Καταρχήν η διαρκής δημιουργία νέων βάσεων δεδομένων αντιφάσκει στη βασική αρχή σύμφωνα με την οποία η δημιουργία τέτοιων βάσεων πρέπει να είναι εντελώς εξαιρετική. Η πληροφορία όμως και μόνο ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν καταχωρηθεί πάνω από 3 εκατομμύρια προφίλ DNA αρκεί για να προσδοθούν σ’ αυτήν την πρακτική εφιαλτικές διαστάσεις.
Η δημιουργία βάσεων δεδομένων αποτελεί για όλες τις διωκτικές αρχές έναν πειρασμό. Εφόσον υπάρξει βάση δεδομένων ο πειρασμός εισαγωγής νέων θα είναι διαρκής. Οι αρμόδιες αρχές για τα αυτοκίνητα θα θέλουν να ψάχνουν για κλεμμένα οχήματα, οι κεντρικές τραπεζικές αρχές για πληροφορίες οικονομικών απατών, οι υγειονομικές υπηρεσίες θα αναζητούν την ύπαρξη μολυσματικών ασθενειών...
Το ότι αυτή θα είναι η μελλοντική κατεύθυνση είναι περίπου δεδομένο. Η μέχρι σήμερα πορεία το επιβεβαιώνει. Ο δικαστής Jackson μειοψηφώντας στη δίκη που αφορούσε τον περιορισμό σε στρατόπεδο Ιαπωνοαμερικανών πολιτών κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, παρατήρησε, ότι μια αρχή που θεσπίζεται και επικυρώνεται σε κατάσταση ανάγκης, στη συνέχεια παραμένει σαν ένα οπλισμένο πιστόλι, έτοιμο να το πάρει στο χέρι της μια δημόσια αρχή, που μπορεί να εγείρει μια εύσχημη αξίωση περί έκτακτης ανάγκης. Εύστοχα ο καθηγητής Weinreb προειδοποιεί, ότι σε καταστάσεις ανάγκης υπάρχει μεγάλη πίεση να εγκαταλειφθούν αξίες, θεσμοί και πρακτικές που λειτούργησαν αποτελεσματικά στο παρελθόν και χαρακτηρίζουν το δικό μας νομικό πολιτισμό.
Θεωρώ ότι η μεγάλη αρνητική εξέλιξη έχει να κάνει με τη γενικότερη παγίωση της νοοτροπίας για δημιουργία βάσεων δεδομένων και για διαδικτύωση τους. Ίσως αποτελεί μια εξήγηση αυτής της νομοθετικής πρακτικής η κυριαρχία των υπουργείων εσωτερικών και δημόσιας τάξης, τα οποία αναζητούν λύσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να αποφύγουν τον πολύπλοκο έλεγχο (κοινοβούλια, δικαιοσύνη, επόπτες προστασίας προσωπικών δεδομένων) που αντιμετωπίζουν στην εσωτερική πολιτική σκηνή.
Στην ευρωπαϊκή ήπειρο φαίνεται πως πλανάται εκ νέου ένας «grande peur» χωρίς να είναι όμως σαφώς εξακριβωμένο ούτε το μέγεθός του, ούτε τα πραγματικά αίτιά του. Η εκμετάλλευση του φόβου οδηγεί στη λήψη προωθημένων μέτρων σε βάρος οπωσδήποτε του εννόμου αγαθού της ελευθερίας και των ατομικών δικαιωμάτων. Ο δρόμος προς το απολυταρχικό κράτος στρώνεται με επιτυχία, όταν δημιουργούμε συνεχώς θεσμούς περιοριστικούς των ελευθεριών, οι οποίοι τελικά μένουν και πληθαίνουν. Εάν ένα μέτρο θεσμοθετηθεί τότε η εμπειρία διδάσκει ότι δυσχερώς ανακαλείται.
Ο αντίλογος στις παραπάνω διαπιστώσεις θα μπορούσε να είναι ότι με παρόμοιες θέσεις υποτιμάται ο κίνδυνος της εγκληματικότητας. Όλοι φαντάζομαι θα συμφωνήσομε ότι το κράτος πρέπει να αντιδράσει εναντίον αυτού του υπαρκτού κινδύνου. Είναι όμως αυτονόητο και γενικά παραδεκτό, ότι οποιοδήποτε μέτρο εναντίον της τρομοκρατίας πρέπει να είναι απαραίτητο, κατάλληλο και ανάλογο. Ποιος και πως μέτρησε μέχρι σήμερα την αποτελεσματικότητα και αναλογικότητα των μέτρων που λάβαμε εναντίον της τρομοκρατίας; Πόσους κινδύνους αναδέχεται καθημερινά ο σύγχρονος άνθρωπος, όταν μάλιστα μερικοί από αυτούς είναι ασύγκριτα μεγαλύτεροι σε σχέση με την τρομοκρατία; Λαμβάνονται για την αντιμετώπισή τους ανάλογα μέτρα όπως αυτά για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας;
Πουθενά δεν διάβασα κάποια μέτρηση επιπτώσεων των εν λόγω μέτρων σε ότι αφορά την προστασία των ατόμων. Προς αυτή την κατεύθυνση οι μετρήσεις ελλείπουν παντελώς. Τι είναι προτιμότερο: ένας κλέφτης ελεύθερος ή ένας αθώος εκτεθιμένος στην υποψία της κλοπής, επειδή πέρασε από το σημείο που διεπράχθη η κλοπή, άφησε στοιχείο που αξιολογείται με τη μέθοδο DNA και καταχωρήθηκε στη βάση δεδομένων;
Οι υπέρμαχοι των βάσεων δεδομένων προτάσσουν στην επιχειρηματολογία τους τον πλήρη σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων και πρωτίστως την προστασία του πολίτη από την παράνομη χρήση προσωπικών δεδομένων. Δεν αμφισβητώ την καλή πρόθεση. Όσο όμως στους σχετικούς νόμους θα υπάρχουν γενικές και αόριστες ρήτρες, όπως η προστασία του γενικού συμφέροντος, η διαφύλαξη της κρατικής ασφάλειας, αποτελεσματική προστασία των συγκεκριμένων δικαιωμάτων είναι αδύνατον να υπάρξει.
Μια μορφή μιθριδατισμού φαίνεται πως διαχέεται στην ευρωπαϊκή ήπειρο και στον κόσμο ολόκληρο. Προς αποφυγή μιας πιθανής «δηλητηρίασης», οι ευρωπαϊκές κοινωνίες εθίζονται στη χρήση αντι - δηλητηρίου. Η «δηλητηρίαση» μπορεί να μη επιχειρηθεί ποτέ. Είναι καθαρά ένα ενδεχόμενο. Η χρήση του αντι - δηλητηρίου όμως είναι μια πραγματικότητα. Πόσο μπορεί να αντέξει ένας δηλητηριασμένος οργανισμός;

Σημ. Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της 5.8.2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου